Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΛΛΙΚΑΡΙΔΗΣ ΕΥΑΓΟΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΛΛΙΚΑΡΙΔΗΣ ΕΥΑΓΟΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

ΣΑΒΒΑΣ ΚΑΛΕΝΤΕΡΙΔΗΣ: Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ, Ο ΒΑΓΟΥΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΦΙΛΟΣ (Ο ΜΑΡΤΗΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ)



Ο Μάρτιος είναι σημαντικός μήνας για ολόκληρο τον Ελληνισμό, αφού εκτός από την έναρξη του αγώνα για την Εθνική μας Παλιγγενεσία, το μήνα αυτό έχασαν τη ζωή τους, αγωνιζόμενοι για τα εθνικά ιδανικά και για την πατρίδα τρεις σημαντικοί ήρωες του Κυπριακού Αγώνα.

Ο πρώτος ήταν ο Γρηγόρης Αυξεντίου, πρωτοπαλίκαρο και υπαρχηγός του στρατηγού Γρίβα και της ΕΟΚΑ, ο οποίος ήταν ίσως ο πιο τυχερός από τους τρεις, αφού πρόλαβε και αγωνίστηκε επί τρία ολόκληρα χρόνια για την ελευθερία, πριν πέσει νεκρός από τα πυρά των Άγγλων. Ήταν 3 Μαρτίου 1957, όταν οι Άγγλοι αποικιοκράτες, αφού ανακάλυψαν το κρησφύγετο του ‘Ζήδρου’, όπως ήταν ένα από τα ψευδώνυμα του Γρηγόρη Αυξεντίου, κοντά στη Μονή Μαχαιρά, το περικύκλωσαν με ειδικές δυνάμεις, τεθωρακισμένα οχήματα και ελικόπτερα, καλώντας τον Κύπριο αγωνιστή να παραδοθεί. Ο Γρηγόρης, αφού άφησε τους συντρόφους του να διαφύγουν με ασφάλεια, αρνήθηκε να παραδοθεί και να πέσει ο ίδιος στα χέρια των αποικιοκρατών. Έμεινε εκεί, στη σπηλιά, και πολέμησε μέχρι τέλους σκοτώνοντας αρκετούς Άγγλους και στο τέλος άφησε την τελευταία του πνοή μέσα στο κρησφύγετό τους, που πυρπολήθηκε από τους διώκτες του. Η σωρός του δεν παραδόθηκε ποτέ στους συγγενείς του, υπό το φόβο διαδηλώσεων κατά τη διάρκεια της κηδείας του, η οποία έγινε στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας, στα λεγόμενα «Φυλακισμένα Μνήματα», εκεί όπου η θηριωδία των Άγγλων δεν μπορεί να βρει ανταγωνιστή.

Ο Γιάννης Ρίτσος, εκείνες τις μέρες, συγκλονισμένος από τον ηρωικό θάνατο του Αυξεντίου, που προτίμησε να καεί ζωντανός παρά να παραδοθεί στον εχθρό, έγραψε τον «Αποχαιρετισμό», στον Γρηγόρη, όπου λέει μεταξύ άλλων:
Λέω τον αριθμό των χρόνων μου και κλαίω ξέροντας πως θα τον προσθέσετε στη δόξα του έθνους μας (ας μου συχωρεθεί κι αυτή η τελευταία μου αδυναμία).
Ακούω αυτόν τον αριθμό στα χείλη σας και θάθελα να τον φιλήσω πάνω στα χείλη σας.
Ήμουν ίσως μικρός για τη δόξα – ίσως μικρός για μια τέτοια ευτυχία.
Μια πράξη σωστή είναι το πήδημα του ανθρώπου έξω απ’ τη μοναξιά.
Είναι το σφίξιμο χιλιάδων χεριών κι ο όρκος όλων.
Είμαι έτοιμος.
Δε δέχομαι, όχι, τη θυσία για το θάνατο. Τη δέχομαι μονάχα για τη ζωή – για μια ζωή που πια δεν θ’ απαιτεί καμιά θυσία. Είμαι έτοιμος.
Ποτέ δεν θα μπορούσα να πιστέψω πως η στενότητα μιας σπηλιάς μπορούσε να έχει τόση ευρυχωρία, μπορούσε να χωρέσει την πατρίδα με τις ελιές της, τ’ ακρογιάλια της, τα βάσανά της, με τα καΐκια της, μ’ ολάνοιχτα πανιά στον αντρίκιον αγέρα της, τον κόσμο με τα φλάμπουρά του, τα όνειρά του, τις καμπάνες του και τα μικρά αγριόχορτα. Ανασαίνω, μέσα σ’ αυτό το πέτρινο τούνελ που η έξοδός του είναι το ίδιο το στόμιο του ήλιου.
Το ξέρω: από δω, κατ’ ευθείαν, θα περάσω νεκρός μες στον κόσμο. Μην κλαίτε.
Και ξέρω τώρα, όσο ποτέ, πως είναι δυνατή η Ελευθερία. Γεια σας.
Τούτη την ώρα δεν τρομάζω τα μικρά ή μεγάλα λόγια – μπορώ να σκουπίσω τα μάτια μου στη σημαία μας, μιας και το ξέρω: στην απόλυτη στιγμή μου μες απ’ το στόμιο του θανάτου, οι συναγωνιστές μου θα παραλάβουν απ’ τα χέρια μου φλεγόμενη τη σημαία του ανένδοτου αγώνα, φλεγόμενη σαν πύρινο άλογο ικανό να διασχίσει το άπειρο και το θάνατο, σαν άσβηστη δάδα μέσα σ’ όλες τις νύχτες των σκλάβων, φλεγόμενη η σημαία μας σα μέγα αστραφτερό δισκοπότηρο για την άγια Μετάληψη του Κόσμου.
Μπορώ να επαναλάβω:
«Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα και το αίμα μου – το σώμα και το αίμα του Γρηγορίου Αυξεντίου, ενός φτωχόπαιδου, 29 χρονώ, απ΄ το χωριό Λύση, οδηγού ταξί το επάγγελμα, πούμαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα τόσα μόνο γράμματα όσα φτιάχνουν τη λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και που σήμερα, 2 του Μάρτη 1957, κάηκε ζωντανός στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά και σήμερα, μέρα Σάββατο –μην το ξεχάσετε σύντροφοι- στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα και 3 πρώτα λεπτά, γεννήθηκε ο μικρός Γρηγόρης ανάμεσα στα ματωμένα γόνατα της πλάσης.

Ο δεύτερος της ιερής αυτής παρέας ήταν ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο Βαγουρής, όπως τον έλεγαν οι δικοί του, που δεν πρόλαβαν να τον χαρούν, όπως δεν πρόλαβε να τον χαρούν οι συμμαθητές του κι ο Ελληνισμός, όπως δεν πρόλαβε να χαρεί κι ο ίδιος τη ζωή, αφού την αποχαιρέτισε σε ηλικία μόλις 18 ετών, κρεμασμένος στο σχοινί της αγχόνης των εχθρών σφετεριστών της πατρίδας του.
Το μόνο που πρόλαβε να κάνει ο Βαγουρής, ήταν να αγαπήσει παράφορα και με ακατανίκητο πάθος την Ελλάδα, για την οποία πέθανε υπερήφανα και με χαρά, αφήνοντας μια μέρα πριν τον απαγχονισμό του, στις 14 Μαρτίου 1957, το τελευταίο γράμμα:
Θ΄ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.
Θάφτηκε κι αυτός στα “Φυλακισμένα Μνήματα” για να μην γίνουν διαδηλώσεις στην κηδεία του και φουντώσουν τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, για να ακολουθήσει χρόνια μετά ένας άλλος ήρωας, αγωνιστής της Ελευθερίας κι αυτός, που έπεφτε νεκρός από αδελφικό χέρι που όπλισε ο βάρβαρος Τούρκος κατακτητής αυτή τη φορά.

Ήταν βράδυ Κυριακής, στις 20 Μαρτίου 1994, όταν έπεφτε νεκρός ο Θεόφιλος Γεωργιάδης μπροστά στο σπίτι του, στη Λευκωσία, από όπλο που κρατούσαν συμπατριώτες μας, όπλο που όπλισε το τουρκικό κράτος, για να εκδικηθεί τους πολύχρονους αγώνες του Θεόφιλου για τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Κούρδων και την συναρτώμενη με τον αγώνα αυτόν ελευθερία της μαρτυρικής Κύπρου.
Τις μέρες αυτές που περιμένουμε να γιορτάσουμε την επέτειο της εθνικής μας παλιγγενεσίας εδώ στην Ελλάδα, ας αφιερώσουμε λίγες στιγμές και στη μνήμη των Κυπρίων αγωνιστών που πέθαναν για την Ελλάδα. Είναι εθνικό χρέος η μνήμη, όπως εθνικό χρέος μας είναι να μην ξεχνούμε ποτέ ότι η Κύπρος δεν είναι καθόλου μακριά.
Δημοσιεύθηκε στη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ της Παρασκευής

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ - ΠΕΜΠΤΗ 15/3/2012: ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΝΗΜΗΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΩΝ ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΟΡΑ ΠΑΛΛΙΚΑΡΙΔΗ

Η Ε.Κ.Φ. ΔΡΑΣΙΣ-Κ.Ε.Σ. σας προσκαλεί στην μεγαλειώδη εκδήλωση μνήμης που διοργανώνει προς τιμήν των ηρωομαρτύρων του εθνικοαπελευθερωτικού - ενωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ 55-59, Γρηγόρη Αυξεντίου και Ευαγόρα Παλληκαρίδη.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο οίκημα μας (Παιανίας 5-7, Ζωγράφου – Αθήνα) την Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012 και ώρα 20:00.

Στην εκδήλωση επίσημος καλεσμένος και κύριος ομιλητής θα είναι ο πρόεδρος του «Συνδέσμου Πολιτικών κρατουμένων ΕΟΚΑ» , κ. Γιάννης Σπανός. Η εκδήλωση θα περιλαμβάνει επίσης παρουσιάσεις από μέλη της παράταξης μας για τους δύο ήρωες, ενώ θα υπάρξει και μουσικό πρόγραμμα, με τραγούδια του αγώνα της ΕΟΚΑ.

Για περισσότερες πληροφορίες:
6973665511 – Στυλιανός
2107754760

"Για σένα, Κύπρο αθάνατη,
Πατρίδα σκλαβωμένη,
Θα δώσω απ' το αίμα μου,
Κάθε σταλαματιά.

Για να σε δω ελεύθερη,
Και χιλιοδοξασμένη.
Δε θα διστάσω, Κύπρο μου,
Nα πέσω στη φωτιά"

Ευαγόρας Παλληκαρίδης

Γραφείο Τύπου
Ε.Κ.Φ. ΔΡΑΣΙΣ-Κ.Ε.Σ.

ΝΑ ΜΗ ΞΕΧΝΑΜΕ (ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ) - 13/3/1957: ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΑΓΓΛΟΥΣ ΤΟΥ 18ΧΡΟΝΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΤΗΣ ΕΟΚΑ ΕΥΑΓΟΡΑ ΠΑΛΛΙΚΑΡΙΔΗ



Έχουν περάσει 55 χρόνια από τότε που ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο έφηβος ποιητής ανέβαινε στο ικρίωμα της αγχόνης, νέος και ωραίος ως άγγελος, γενναίος όπως ταιριάζει στους ήρωες, αλύγιστος και περήφανος ως Έλληνας.

Στο τελευταίο γράμμα του δήλωνε: «Θ΄ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει.
Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα....»»»»


Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.»

Απαγχονίστηκε στις 13 Μαρτίου 1957, σε ηλικία μόλις 18 ετών.

Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης γεννήθηκε στην Τσάδα της Πάφου, στις 28 Φεβρουαρίου 1938. Ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας του Μιλτιάδη.Στην οικογένεια του Ευαγόρα ανήκει – δεύτερος ξάδερφος – και ο ήρωας Στέλιος Μαυρομμάτης που ανέβηκε και αυτός, λίγους μήνες πριν τον Ευαγόρα, τα σκαλοπάτια της αγχόνης.

Το χρονικό προς την αγχόνη…

01 Ιουνίου 1953: οι Άγγλοι κυβερνήτες ετοιμάζονται να γιορτάσουν το λαμπρότερο τους εθνικό γεγονός, τη στέψη της νέας βασίλισσας Ελισάβετ, σε όλες τους τις αποικίες, ανάμεσα και η Κύπρος. Παντού όλα είχαν ετοιμαστεί στην εντέλεια. Σε μια πλατεία της Πάφου οι μαθητές οργανώνουν διαδηλώσεις διαμαρτυρίας και ζητούν την αφαίρεση της αγγλικής σημαίας από τα προπύλαια του σχολείου τους. Οι συγκρούσεις αρχίζουν. Ο δεκαπεντάχρονος ακόμα τότε Ευαγόρας, σκαρφαλώνει σε μια κολόνα των προπυλαίων και ρίχνει κάτω την αγγλική σημαία, την οποία οι άλλοι μαθητές ξεσχίζουν και της δίνουν φωτιά. Η σύγκρουση τότε, μεταξύ Άγγλων και μαθητών παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Από την ώρα εκείνη ο Παλληκαρίδης νιώθει να τον σφίγγουν οι αλυσίδες της σκλαβιάς. Θέλει να τις σπάσει και να ζήσει ελέυθερος, ελαφρός, αδέσμευτος. Και προσμένει την ευλογημένη ώρα…

17 Νοεμβρίου 1955: Ο Ευαγόρα πήρε το δρόμο για το σχολείο. Στον περίβολο του γυμνασίου, όλοι οι μαθητές συγκεντρωμένοι και κραυγάζοντας συνθήματα επέμεναν να βγουν στους δρόμους και να διαδηλώσουν…είχε κιόλας διαθοθεί από μέρες πως οι στρατιώτες είχαν διαταγή να πυροβολούν αδιάκριτα τους διαδηλωτές. Ο πατέρας του Ευαγόρα έφτασε βιαστικός στο γυμνάσιο…βρήκε τον Ευαγόρα και του ζήτησε να πάει σπίτι. Ο Ευαγόρα υποσχέθηκε να υπακούσει…ο πατέρας προχώρησε προς το σπίτι αλλά στον δρόμο τον πλησίασε ένας μαθητής και του είπε φοβισμένα: «Τον Ευαγόρα τον συλλάβανε, σαν πήγαινε σπίτι!»

19 Νοεμβρίου 1955: Ο Ευαγόρας οδηγήθηκε στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι μετέσχε παράνομα σε οχλαγωγία. Ο Ευαγόρα δεν παραδέχθηκε και η δίκη αναβλήθηκε για τις 6 Δεκεμβρίου.

5 Δεκεμβρίου 1955: Η παραμονή της μέρας που ο Ευαγόρας Παλλικαρίδης θα εμφανιζόταν μπροστά στον Άγγλο δικαστή…πλησίασε τον πατέρα του: «πατέρα, αύριο είναι η δίκη μου. Ξέρω ότι από το δικαστήριο θα γλιτώσω, μα η αστυνομία θα με συλλάβει και θα με στείλει στο Κάστρο. Εγώ στη φυλακή δε μπορώ να μείνω. Αν δε μπορέσω να δραπετεύσω, θα σκοτώσω κανέναν από τους φρουρούς και θα με σκοτώσουν. Προτιμώ να φύγω, να βγω στο βουνό». Τι μπορούσε να πει και ποια θα ταν η απόφαση του πατέρα μπροστά σε τούτη την αποφασιστική δήλωση του παιδιού του; Είδε πως ο κύβος ερρίφθη…«Παιδί μου, εκεί που θα πας πρόσεξε προ πάντων να σαι τίμιος και ηθικός…πήγαινε στην ευχή μου!»…μα είχε κάτι άλλο να κάνει πριν πάρει τις ανηφοριές. Εκτός από τον πατέρα του, είναι το σχολείο του, την τάξη του, τους συμμαθητές του να αποχαιρετήσει. Μα είναι απόγευμα και κανένας τούτη την ώρα δε βρίσκεται εκεί. Κι αύριο θα ναι πολύ αργά. Έτσι ο αποχαιρετισμός πρέπει να γίνει γραπτός…μπαίνει στην αδειανή αίθουσα της τάξης του…αφήνει πάνω στην έδρα ένα χαρτί και τρέχει…ν΄ ανέβει τα σκαλοπάτια της λευτεριάς…»

Το πρωί οι συμμαθητές του διαβάζουν:

Παλιοί συμμαθηταί, Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του, Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ
Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά. Θ΄ αφήσω αδέλφια συγγενείς, τη μάνα, τον πατέρα μεσ΄ τα λαγκάδια πέρα και στις βουνοπλαγιές. Ψάχνοντας για τη Λευτεριά θα ΄χω παρέα μόνη κατάλευκο το χιόνι, βουνά και ρεματιές. Τώρα κι αν είναι χειμωνιά, θα ΄ρθει το καλοκαίρι Τη Λευτεριά να φέρει σε πόλεις και χωριά. Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά. Τα σκαλοπάτια θ΄ ανεβώ, θα μπω σ΄ ενα παλάτι, το ξέρω θαν απάτη, δεν θαν αληθινό. Μεσ΄ το παλάτι θα γυρνώ ώσπου να βρω τον θρόνο, βασίλισσα μια μόνο να κάθεται σ΄ αυτό. Κόρη πανώρια θα της πω, άνοιξε τα φτερά σου και πάρε με κοντά σου, μονάχα αυτό ζητώ. Γειά σας παλιοι συμμαθηται. Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας. Κι όποιος θελήσει για να βρει ένα χαμένο αδελφό, ένα παλιό του φίλο, Ας πάρει μιαν ανηφοριά ας πάρει μονοπάτια να βρει τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά. Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρει και μένα. Αν ζω, θα μ΄ βρει εκεί.

Ευαγόρας Παλληκαρίδης


Στις 18 Δεκεμβρίου 1956 μαζί με άλλους 2 συναγωνιστές του μετέφεραν όπλα και τρόφιμα από την Λυσό. Ξαφνικά βρέθηκαν αντιμέτωποι με αγγλική περίπολο. Οι 2 συναγωνιστές του Ευαγόρα κατάφεραν να διαφύγουν αλλά ο ίδιος συνελήφθη. Στην κατοχή του είχε ένα πυροβόλο Μπρέν γρασαρισμένο. Ήταν συνεπώς ανέτοιμο για να χρησιμοποιηθεί. Επίσης κουβαλούσε 3 γεμιστήρες γεμάτες. Κατηγορήθηκε για κατοχή και διακίνηση οπλισμού και μεταφέρθηκε στη Λευκωσία και η δίκη ορίζεται για τις 15 Μαρτίου. Στη δίκη του ο Παλλικαρίδης δεν άφησε περιθώρια στους δικηγόρους του να τον υπερασπιστούν, αφού παρά τις αντιρρήσεις τους παραδέχθηκε την ενοχή του με τον εξής αξιοθαύμαστο τρόπο. «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο.»


ΗΡΩΩΝ ΓΗ (ΕΥΑΓΟΡΑ ΠΑΛΛΙΚΑΡΙΔΗ)
Όλη η φύση κοιμάται
Τη ναρκώνει το κρύο
Και γω φεύγω λαλώντας
Το στερνό μου αντίο

Και τη μάνα φιλώντας
Τη κοιτάζω να κλαίει
Μάνα μην κλαις της λέω
Μάνα μην κλαις και κλαίω
Κι όλο πάω και τρέχω

και το δάκρυ της σβήνει
για μια μόνο στιγμούλα
και μιαν άλλη μανούλα
την Ελλάδα μας έχω
που όλο κλαίει κι εκείνη

Σ΄ του βουνού τη ραχούλα
στ΄ ανθοστόλιστα πλάγια
τη γλυκιά μου μανούλα
ψάχνω να βρω την άγια

και ανεβαίνω ραχούλες χιονισμένες κορφές
ώσπου να βρω ηρώων γη
κι ηρώων μορφές

Πηγή: http://enantion-olwn.blogspot.com/